Μα να πεθάνεις και να πας άγνωστο πού·
να κείτεσαι ένα κρύο κουφάρι και να λιώνεις·
τούτη η αισθαντικιά όλο θέρμη ορμή να γίνει
ζυμάρι από πηλό· και το μακάριο πνεύμα
να λούζεται από πύρινα ύδατα, ή να μένει
σε περιοχή φριχτή, πυκνοπερίπλεχτη από πάγους,
ή να φυλακιστείς μες σε άφαντους ανέμους,
να σε φυσάν με βία ασύχαστη ολοτρόγυρα
στον μετέωρον κόσμο· ή να ’σαι το χειρότερο
απ’ τα χειρότερα,...
Μα να πεθάνεις και να πας άγνωστο πού·
να κείτεσαι ένα κρύο κουφάρι και να λιώνεις·
τούτη η αισθαντικιά όλο θέρμη ορμή να γίνει
ζυμάρι από πηλό· και το μακάριο πνεύμα
να λούζεται από πύρινα ύδατα, ή να μένει
σε περιοχή φριχτή, πυκνοπερίπλεχτη από πάγους,
ή να φυλακιστείς μες σε άφαντους ανέμους,
να σε φυσάν με βία ασύχαστη ολοτρόγυρα
στον μετέωρον κόσμο· ή να ’σαι το χειρότερο
απ’ τα χειρότερα,...
Ο τίτλος του έργου σημαίνει πράγματι και το θέμα του, πως είναι ερωτικό, και τη μορφή του, πως είναι περίτεχνη. Με τη λεχτική του χάρη, ακόμη και την οπτική, είναι σαν μικρογραφία σε δαχτυλιδόπετρα, που συμβολίζει όλον τον άνθρωπο που φοράει το δαχτυλίδι. Κανένα άλλο έργο του Σαίξπηρ δεν έχει τόσο, θα λέγαμε, λογοτεχνικό φόρτο, τόσες ρίμες, τόσες στροφές, σε μορφή σονέτου είτε μπαλάντας, τόσα...
Ο τίτλος του έργου σημαίνει πράγματι και το θέμα του, πως είναι ερωτικό, και τη μορφή του, πως είναι περίτεχνη. Με τη λεχτική του χάρη, ακόμη και την οπτική, είναι σαν μικρογραφία σε δαχτυλιδόπετρα, που συμβολίζει όλον τον άνθρωπο που φοράει το δαχτυλίδι. Κανένα άλλο έργο του Σαίξπηρ δεν έχει τόσο, θα λέγαμε, λογοτεχνικό φόρτο, τόσες ρίμες, τόσες στροφές, σε μορφή σονέτου είτε μπαλάντας, τόσα...
Μικρές ιστορίες, προκειμένου, σε όσους τις διαβάσουν, να αφήσουν την ανάμεικτη γεύση του πικρού και του γλυκού, του φαιδρού και του σοβαρού, του ταπεινού και του υψηλού, του μάταιου και του σκόπιμου, του χρήσιμου και του ανώφελου, του περιττού και του αναγκαίου – μια ευχαρίστηση, με δυο λέξεις, που ένα λογοτεχνικό κείμενο οφείλει, αν είναι να αναγνωριστεί σαν τέτοιο, να προσφέρει στον αναγνώστη...
Μικρές ιστορίες, προκειμένου, σε όσους τις διαβάσουν, να αφήσουν την ανάμεικτη γεύση του πικρού και του γλυκού, του φαιδρού και του σοβαρού, του ταπεινού και του υψηλού, του μάταιου και του σκόπιμου, του χρήσιμου και του ανώφελου, του περιττού και του αναγκαίου – μια ευχαρίστηση, με δυο λέξεις, που ένα λογοτεχνικό κείμενο οφείλει, αν είναι να αναγνωριστεί σαν τέτοιο, να προσφέρει στον αναγνώστη...
Όταν η Μορτίνα ανεβαίνει στη σοφίτα ψάχνοντας αποκριάτικα κοστούμια με τους φίλους της, βρίσκει μια καρτ ποστάλ από τους γονείς της! Ήταν από την τελευταία φορά που έφυγαν για ένα μακρινό ταξίδι... από το οποίο ποτέ δεν επέστρεψαν. Τι απέγιναν άραγε; Για να το ανακαλύψουν, η Μορτίνα και η παρέα της θα χρειαστούν ικανότητες ντετέκτιβ και πολλή φαντασία. Με τη βοήθεια του πιστού της σκύλου Μύθου,...
Όταν η Μορτίνα ανεβαίνει στη σοφίτα ψάχνοντας αποκριάτικα κοστούμια με τους φίλους της, βρίσκει μια καρτ ποστάλ από τους γονείς της! Ήταν από την τελευταία φορά που έφυγαν για ένα μακρινό ταξίδι... από το οποίο ποτέ δεν επέστρεψαν. Τι απέγιναν άραγε; Για να το ανακαλύψουν, η Μορτίνα και η παρέα της θα χρειαστούν ικανότητες ντετέκτιβ και πολλή φαντασία. Με τη βοήθεια του πιστού της σκύλου Μύθου,...
Μ’ όλα αυτά απόκαμα, ζητάω ν’ αναπαυτώ στο μνήμα:
να βλέπω, λέω, την αρετή ζητιάνα γεννημένη,
το κούφιο Τίποτα φαιδρό με κορδωμένο βήμα,
την Πίστη την αγνότερη χυδαία απαρνημένη,
την τιμημένη Υπεροχήν αισχρά παραρριγμένη,
τη χάρη την παρθενική ωμά ξεπορνεμένη
την τέλειαν Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
την Αξίαν από ανάπηρην κυβέρνια αχρηστεμένη,
την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,...
Μ’ όλα αυτά απόκαμα, ζητάω ν’ αναπαυτώ στο μνήμα:
να βλέπω, λέω, την αρετή ζητιάνα γεννημένη,
το κούφιο Τίποτα φαιδρό με κορδωμένο βήμα,
την Πίστη την αγνότερη χυδαία απαρνημένη,
την τιμημένη Υπεροχήν αισχρά παραρριγμένη,
τη χάρη την παρθενική ωμά ξεπορνεμένη
την τέλειαν Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
την Αξίαν από ανάπηρην κυβέρνια αχρηστεμένη,
την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,...
Σε μένα ’χει προσπέσει, όπως σε σένα τώρα εγώ,
κι ο άγριος πολεμόθεος που ποτέ ?ω φόβος, τρόμος!–
δεν έχει σκύψει ο σβέρκος του ο νευρώδης σε ομαλό
και βγαίνει πάντα νικητής σ’ όποιον αγώνα· κι όμως
αιχμάλωτος και σκλάβος μου με ικέτευε γι’ αυτό
που δίχως συ να το ζητάς σου το προσφέρω εγώ.
Κρέμασε δόρυ, κράνος του αδάμαστο κι ασπίδα
χωράτευε και χλεύαζε με σκέρτσα λιγωμένα.
Το άγριο ταμπούρλο...
Σε μένα ’χει προσπέσει, όπως σε σένα τώρα εγώ,
κι ο άγριος πολεμόθεος που ποτέ ?ω φόβος, τρόμος!–
δεν έχει σκύψει ο σβέρκος του ο νευρώδης σε ομαλό
και βγαίνει πάντα νικητής σ’ όποιον αγώνα· κι όμως
αιχμάλωτος και σκλάβος μου με ικέτευε γι’ αυτό
που δίχως συ να το ζητάς σου το προσφέρω εγώ.
Κρέμασε δόρυ, κράνος του αδάμαστο κι ασπίδα
χωράτευε και χλεύαζε με σκέρτσα λιγωμένα.
Το άγριο ταμπούρλο...
[...] Μπορώ να
χαμογελάω και να σκοτώνω ενώ χαμογελάω,
να λέω «ευχαριστώ» σ’ ό,τι μου θλίβει την καρδιά,
να βρέχω τα μάγουλά μου με δάκρυα τεχνητά,
το πρόσωπό μου να το προσαρμόζω σ’ όλες τις
περιστάσεις, θα πνίξω ναύτες πιο πολλούς
απ’ τη γοργόνα, πιο πολλούς θα θανατώσω
που με κοιτάζουν κι απ’ τον βασιλίσκο, θα
παίξω τον ρήτορα τόσο καλά όσο κι ο Νέστορας,
θα εξαπατώ με πανουργία πιο πολλή...
[...] Μπορώ να
χαμογελάω και να σκοτώνω ενώ χαμογελάω,
να λέω «ευχαριστώ» σ’ ό,τι μου θλίβει την καρδιά,
να βρέχω τα μάγουλά μου με δάκρυα τεχνητά,
το πρόσωπό μου να το προσαρμόζω σ’ όλες τις
περιστάσεις, θα πνίξω ναύτες πιο πολλούς
απ’ τη γοργόνα, πιο πολλούς θα θανατώσω
που με κοιτάζουν κι απ’ τον βασιλίσκο, θα
παίξω τον ρήτορα τόσο καλά όσο κι ο Νέστορας,
θα εξαπατώ με πανουργία πιο πολλή...
Κοίτα τον τόπο σου, κοίτα την εύφορη Γαλλία
και ιδές τις πολιτείες και τα χωριά πώς τα ’χει
ρημάξει και παραμορφώσει ο σκληρός εχθρός.
Καθώς κοιτάει η μάνα το μωρό της, όταν θάνατος
του κλει τ’ αβρά ετοιμοθάνατά του μάτια,
δες, δες την καταλύτρα αρρώστια της Γαλλίας·
δες τις πληγές, τις πιο αφύσικες πληγές,
που ’δωσες ο ίδιος συ στο πονεμένο στήθος της.
Ω, γύρισε αλλού την κόψη του σπαθιού...
Κοίτα τον τόπο σου, κοίτα την εύφορη Γαλλία
και ιδές τις πολιτείες και τα χωριά πώς τα ’χει
ρημάξει και παραμορφώσει ο σκληρός εχθρός.
Καθώς κοιτάει η μάνα το μωρό της, όταν θάνατος
του κλει τ’ αβρά ετοιμοθάνατά του μάτια,
δες, δες την καταλύτρα αρρώστια της Γαλλίας·
δες τις πληγές, τις πιο αφύσικες πληγές,
που ’δωσες ο ίδιος συ στο πονεμένο στήθος της.
Ω, γύρισε αλλού την κόψη του σπαθιού...
Αν η χάρη που σου ζητάμε
ήταν να σώσεις τους Ρωμαίους,
με χαλασμό των Βόλσκων όπου υπηρετείς,
ε, τότε να καταδικάσεις πρέπει εμάς,
που θέλουμε να σ’ ατιμάσουμε: όχι η αίτησή μας
είναι να τους φιλιώσεις: να μπορούν να ειπούν οι Βόλσκοι
«εμείς εδείξαμε έλεος». Κι οι Ρωμαίοι «εμείς
δεχτήκαμε το έλεος». Και από τα δύο τα μέρη
να ’ναι για σένα δόξα και να σου φωνάζουν ζήτω
«ευλογημένος να ’σαι που...
Αν η χάρη που σου ζητάμε
ήταν να σώσεις τους Ρωμαίους,
με χαλασμό των Βόλσκων όπου υπηρετείς,
ε, τότε να καταδικάσεις πρέπει εμάς,
που θέλουμε να σ’ ατιμάσουμε: όχι η αίτησή μας
είναι να τους φιλιώσεις: να μπορούν να ειπούν οι Βόλσκοι
«εμείς εδείξαμε έλεος». Κι οι Ρωμαίοι «εμείς
δεχτήκαμε το έλεος». Και από τα δύο τα μέρη
να ’ναι για σένα δόξα και να σου φωνάζουν ζήτω
«ευλογημένος να ’σαι που...
Έλα να πάμε στα δεσμά μας:
οι δυο μας μόνοι σαν πουλάκια στο κλουβί,
θα κελαηδούμε. Όταν μου λες να σε βλογώ,
θα γονατίζω να σου λέω συχώρεσέ με.
Έτσι θα ζούμε και θα λέμε προσευχές,
και τραγουδάκια και παλιά παραμυθάκια
[…]
και τους καημένους ανθρωπάκηδες θ’ ακούμε
να κουβεντιάζουμε κι εμείς μαζί τους
?ποιος χάνει, ποιος κερδίζει, ποιος είναι στα πράματα,
ποιος είν’ απέξω? και μονάχα εμείς θα...
Έλα να πάμε στα δεσμά μας:
οι δυο μας μόνοι σαν πουλάκια στο κλουβί,
θα κελαηδούμε. Όταν μου λες να σε βλογώ,
θα γονατίζω να σου λέω συχώρεσέ με.
Έτσι θα ζούμε και θα λέμε προσευχές,
και τραγουδάκια και παλιά παραμυθάκια
[…]
και τους καημένους ανθρωπάκηδες θ’ ακούμε
να κουβεντιάζουμε κι εμείς μαζί τους
?ποιος χάνει, ποιος κερδίζει, ποιος είναι στα πράματα,
ποιος είν’ απέξω? και μονάχα εμείς θα...
Ποιο χαλινάρι δύναται να συγκρατήσει
τον αιμοβόρο και στραβό στρατιώτη
να βάζει τα βρωμόχερά του στα σγουρά
των κοριτσιών σας που στριγγά θα ξεφωνίζουν·
τους πατέρες σας να σέρνονται απ’ τα ψαρά τους γένια,
τα σεβαστά κεφάλια τους να σπάζονται στους τοίχους,
στις λόγχες καρφωμένα τα γυμνά σας βρέφη,
ενώ οι τρελές μανάδες με ουρλιαχτό και σκούσμα
θα σκίζουνε τα σύννεφα, καθώς οι Εβραίες
μπροστά...
Ποιο χαλινάρι δύναται να συγκρατήσει
τον αιμοβόρο και στραβό στρατιώτη
να βάζει τα βρωμόχερά του στα σγουρά
των κοριτσιών σας που στριγγά θα ξεφωνίζουν·
τους πατέρες σας να σέρνονται απ’ τα ψαρά τους γένια,
τα σεβαστά κεφάλια τους να σπάζονται στους τοίχους,
στις λόγχες καρφωμένα τα γυμνά σας βρέφη,
ενώ οι τρελές μανάδες με ουρλιαχτό και σκούσμα
θα σκίζουνε τα σύννεφα, καθώς οι Εβραίες
μπροστά...
Παρθένα μου, την έχεις βάλει σε τέτοιο χορό που είναι να θαμάξεις: oι καλύτεροι αυλικοί, τότε που η αυλή αυλιζότανε στο Ουίνζορ, δεν μπόρεσαν να την μπάσουν σε τέτοιο χορό· κι όμως εκεί ’τανε ιππότες, ήτανε λόρδοι, ήταν αρχόντοι με τ’ αμάξια τους, σου ορκίζομαι, αμάξι στ’ αμάξι, γράμμα στο γράμμα, δώρο στο δώρο· και να μοσκοβολάν τόσο γλυκά –όλο μόσκο– κι όλο φρου-φρου, σου ορκίζομαι, μες στο...
Παρθένα μου, την έχεις βάλει σε τέτοιο χορό που είναι να θαμάξεις: oι καλύτεροι αυλικοί, τότε που η αυλή αυλιζότανε στο Ουίνζορ, δεν μπόρεσαν να την μπάσουν σε τέτοιο χορό· κι όμως εκεί ’τανε ιππότες, ήτανε λόρδοι, ήταν αρχόντοι με τ’ αμάξια τους, σου ορκίζομαι, αμάξι στ’ αμάξι, γράμμα στο γράμμα, δώρο στο δώρο· και να μοσκοβολάν τόσο γλυκά –όλο μόσκο– κι όλο φρου-φρου, σου ορκίζομαι, μες στο...
Η χάρη που ’χει το έλεος δεν επιβάλλεται,
στάζει σαν την γλυκιά βροχή απ’ τον ουρανό
πάνω στο χώμα: είναι διπλά ευλογημένο·
βλογάει κι αυτόν που δίνει κι αυτόν που παίρνει:
είναι των κραταιών το κραταιότερο· ταιριάζει
του θρονιασμένου ρήγα πιο καλά απ’ το στέμμα του·
το σκήπτρο του έχει δύναμη εξουσίας πρόσκαιρης,
[…]
αλλά το έλεος είναι πάνω απ’ το σκηπτρούχο κύρος,
[…]
είναι ιδιότητα του...
Η χάρη που ’χει το έλεος δεν επιβάλλεται,
στάζει σαν την γλυκιά βροχή απ’ τον ουρανό
πάνω στο χώμα: είναι διπλά ευλογημένο·
βλογάει κι αυτόν που δίνει κι αυτόν που παίρνει:
είναι των κραταιών το κραταιότερο· ταιριάζει
του θρονιασμένου ρήγα πιο καλά απ’ το στέμμα του·
το σκήπτρο του έχει δύναμη εξουσίας πρόσκαιρης,
[…]
αλλά το έλεος είναι πάνω απ’ το σκηπτρούχο κύρος,
[…]
είναι ιδιότητα του...
Ένα πανοραμικό πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, με κυρίαρχο στοιχείο το γυναικείο σύμπαν, τα οικογενειακά στεγανά και το βαρύ φορτίο που κληροδοτεί η μία γενιά στην άλλη.
Το χρονικό μιας οικογένειας κεντημένο στον καμβά της θεσσαλονικιώτικης τοπιογραφίας από τους Βαλκανικούς Πολέμους ως τη Δικτατορία. Εφτά γυναίκες και μία η αφηγήτρια, οχτώ, διηγούνται τις πολυτάραχες διαδρομές τους. Τέσσερις γενιές...
Ένα πανοραμικό πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, με κυρίαρχο στοιχείο το γυναικείο σύμπαν, τα οικογενειακά στεγανά και το βαρύ φορτίο που κληροδοτεί η μία γενιά στην άλλη.
Το χρονικό μιας οικογένειας κεντημένο στον καμβά της θεσσαλονικιώτικης τοπιογραφίας από τους Βαλκανικούς Πολέμους ως τη Δικτατορία. Εφτά γυναίκες και μία η αφηγήτρια, οχτώ, διηγούνται τις πολυτάραχες διαδρομές τους. Τέσσερις γενιές...